Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΙΩΤΑΚΗΣ | Σιάτιστα, Κυριακή 4 Νοεμβρίου 1912

Κοιμηθείς ύπνον τεταραγμένον έξυπνησα το πρωί εκ του κώδωνος και μεταβάς έλαβα μέρος εις τον δεξιόν χορόν ψάλλων και το πολυχρόνιον. Ητο συγκινητική η στιγμή τότε και ότε ο ιερέας ηυχήθη υπέρ του βασιλέως και του αγωνιζομένου στρατού. Φιλοξενηθείς μετά την λειτουργίαν παρά του δεξιού ψάλτου μετέβην την 2μ.μ. εις το, εις Χώραν παρά τον εκεί πλάτανον, καφενείον ίνα πιω τσάι.

Παρήγγειλα, αλλά δεν προέλαβα να πίω. Η κραυγή «εις τα όπλα» διήγειρεν πάντας, αντάρτας και στρατιώτας, προς ετοιμασίαν. Τι συνέβαινε; Ο περίφημος Βεκήρ Αγάς μη υπολογίζων φαίνεται επί της νεωστί ελθούσης δυνάμεως και των τριών πεδινών τηλεβόλων μας ετόλμησε να εισέλθει εις Σιάτισταν. «Καλώς μας ήλθεν» εφωνάζομεν ημείς θα εξηρχόμεθα εις αναζήτησιν και ούτος ήλθεν μόνος. Εξήλθον τάχιστα της πόλεως οι ευσταλείς και ταχείς Κρήτες αντάρται και επετέθησαν ορμητικώς εναντίον των Τουρκαλβανών του Βεκήρ. Μετ’ ολίγον και οι αποτελούντες τον δεύτερον λόχον του τάγματος Παπαδάκη διετάχθη μεν να καταλάβωμεν λόφον απέναντι του εχθρού και ούτως η μάχη εγενικεύθη. Τρία τουρκικά πυροβόλα έβαλλον καθ’ ημών άτινα όμως εσίγησαν ότε ήλθον τα ιδικά μας. Με ζητωκραυγάς υπεδέχθημεν την ομοβροντίαν των τριών πυροβόλων μας. Η μάχη εμαίνετο και ημείς ετρέχομεν άπειροι ως εις πανηγύρι και τούτο δυστυχώς έγινε αιτία να απωλέσωμεν πολλούς άνδρας. Κατά το οξύτερον σημείον της μάχης ο διμοιρίτης ευρισκόμενος μετ’ άλλων εις τινα θέσιν αντελήφθη περί τους 300 Αλβανούς ανερχόμενους τον λόφον ον κατείχομεν ίνα μας υπερφαλαγγίσωσι. Διέταξεν οπισθοχώρησιν. Ο υποφαινόμενος όμως δεν αντελήφθη την διαταγήν και εξακολούθησεν να προχωρεί μόνος, ότε ευρέθη πλησίον της πρωτοπορείας του εχθρού εις απόστασιν 30 μέτρων. Εκ της ομίχλης τους εξέλαβον ως ημετέρους και τους ηρώτησα επανειλειμμένως όρθιος με το όπλο εις χείρας «ποίοι είναι;» Ούτοι μοι ένευσαν να τους πλησιάσω επί σκοπώ αιχμαλωτίσεως. Υποπτευθείς ένευσα διά της χειρός των δήθεν όπισθεν ερχομένων στρατιωτών να έλθουν διότι εκεί ευρίσκεται ο εχθρός. Τούτο αντελήφθησαν και αμέσως κατέλαβον θέσεις. Επί τη διά νεύματος πρόσκληση μου να έλθη εις εξ αυτών προς αναγνώρισιν με επυροβόλησαν και ως εκ θαύματος εσώθην διαφυγών τη παρορμήσει δύο ετέρων στρατιωτών εμφανισθέντων τότε εκεί. Η μάχη έληξεν την εσπέραν διασωθέντων των Τούρκων εκ της ομίχλης και της επελθούσης νυκτός.

Ο εχθρός πέραν του λόφου δεν επροχώρησε διότι τα τηλεβόλα μας δεν ηστειεύοντο. Την νύκτα δε έφυγον πανικόβλητοι. Την νύκτα διετάχθημεν να διανυκτερεύσωμεν εις το ύπαιθρον επειδή δεν εγνωρίζομεν αν έφυγε ο εχθρός. Την φοβερωτέραν νύκταν της ζωής μου διήλθον τότε μη φέρων τον μανδύα μου όντινα, διά να είμαι ευκίνητος, είχον αφήσει εις Σιάτισταν. Εβρεχόμην καθ’ όλην την νύκτα και ησθανόμην το ψύχος μέχρις μυελού οστέων. Περίμενον ανυπομόνως εμετρών εν προς εν και τα λεπτά πότε να έλθη η πρωία να απαλλαχθώ των δεινών της πείνης και του ψύχους.

[ΠΗΓΗ: ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου